sind

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

sind (de)

  • α΄ πρόσωπο πληθυντικού του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος sein
  • γ΄ πρόσωπο πληθυντικού του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος sein