spectral

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης:

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

spectral (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

spectral < spectr(e) + -al

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spɛk.tʁal/

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό spectral spectraux
θηλυκό spectrale spectrales

spectral (fr)

  1. φασματικός
  2. (λόγιο) που θυμίζει ή μοιάζει με φάντασμα