spice
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| spice | spices |
spice (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]spice (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| spice | spices |
spice (en)
spice (en)