substantivo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- substantivo < substantiv- + -o
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | substantivo | substantivoj |
| αιτιατική | substantivon | substantivojn |
substantivo (eo)
- το ουσιαστικό