Μετάβαση στο περιεχόμενο

surdimutité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
surdimutité < surdité + mutité < sourd-muet

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
surdimutité surdimutités

surdimutité (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]