Μετάβαση στο περιεχόμενο

surely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
surely < sure + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

surely (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

 δείτε τη λέξη definitely