tantalize

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας tantalize
γ΄ ενικό ενεστώτα tantalizes
αόριστος tantalized
παθητική μετοχή tantalized
ενεργητική μετοχή tantalizing

Ετυμολογία [επεξεργασία]

tantalize < Tantal(us) + -ize < αρχαία ελληνική Τάνταλος

Ρήμα[επεξεργασία]

tantalize (en)

  • βασανίζω κάποιον με το να του προσφέρω κάτι επιθυμητό, αλλά να μη του το δίνω ποτέ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]