tantalize

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας tantalize
γ΄ ενικό ενεστώτα tantalizes
αόριστος tantalized
παθητική μετοχή tantalized
ενεργητική μετοχή tantalizing

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tantalize < αρχαία ελληνική Τάνταλος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

tantalize (en)

  1. βασανίζω κάποιον με το να του προσφέρω κάτι επιθυμητό, αλλά να μη του το δίνω ποτέ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]