Μετάβαση στο περιεχόμενο

teoria

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
teoria teorie

teoria (it)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɛˈɔrʲja/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

teoria (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

teoria (fi)