Μετάβαση στο περιεχόμενο

terrestre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
terrestre < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
terrestre terrestres

terrestre (fr) αρσενικό ή θηλυκό