γήινος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γήινος | η | γήινη | το | γήινο |
| γενική | του | γήινου | της | γήινης | του | γήινου |
| αιτιατική | τον | γήινο | τη | γήινη | το | γήινο |
| κλητική | γήινε | γήινη | γήινο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γήινοι | οι | γήινες | τα | γήινα |
| γενική | των | γήινων | των | γήινων | των | γήινων |
| αιτιατική | τους | γήινους | τις | γήινες | τα | γήινα |
| κλητική | γήινοι | γήινες | γήινα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γήινος < γη
Επίθετο
[επεξεργασία]γήινος, -η, -ο
- που αναφέρεται στη γη
- γήινα χρώματα
- ※ Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
- Κοσμάς Βίδος, Βάλε κι άλλο χούμους στο τραπέζι, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2014
- ο επί της γης, ο εγκόσμιος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γήινος αρσενικό
- ο κάτοικος του πλανήτη Γη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γήινος
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]γήινος < γῆ
Επίθετο
[επεξεργασία]γήινος
Πηγές
[επεξεργασία]- γήινος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γήινος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)