Μετάβαση στο περιεχόμενο

γήινος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γήινος η γήινη το γήινο
      γενική του γήινου της γήινης του γήινου
    αιτιατική τον γήινο τη γήινη το γήινο
     κλητική γήινε γήινη γήινο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γήινοι οι γήινες τα γήινα
      γενική των γήινων των γήινων των γήινων
    αιτιατική τους γήινους τις γήινες τα γήινα
     κλητική γήινοι γήινες γήινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γήινος < γη

Επίθετο

[επεξεργασία]

γήινος, -η, -ο

  1. που αναφέρεται στη γη
    γήινα χρώματα
      Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
    Κοσμάς Βίδος, Βάλε κι άλλο χούμους στο τραπέζι, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2014
  2. ο επί της γης, ο εγκόσμιος
    γήινες απολαύσεις
     συνώνυμα: επίγειος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γήινος αρσενικό

  • ο κάτοικος του πλανήτη Γη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

γήινος < γῆ

Επίθετο

[επεξεργασία]

γήινος