Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
thousand thousands


thousand (en)

  1. το χίλια, η χιλιάδα, 1000
    one in a thousand - ένα στα χίλια
    a thousand to one (chance) - χίλια προς ένα
    one/a thousand is two times five hundred - το χίλια είναι διπλάσιο του πεντακόσια
    five in a thousand - πέντε στα χίλια
    one thousand B.C./A.D. - το χίλια π.X./μ.X.
    His debts reached a thousand lira.
    Τα χρέη του φτάνουν τις χίλιες λίρες.
    The first thousand copies of his book were sold.
    Πουλήθηκε η πρώτη χιλιάδα των αντιτύπων του βιβλίου του.
    The city, which was defended by ten thousand combatants, was besieged.
    Πολιόρκησε την πόλη, την οποία υπεράσπιζαν δέκα χιλιάδες μαχητές.
    The number 3500 is three thousand plus five hundred.
    Ο αριθμός 3500 έχει τρεις χιλιάδες και πέντε εκατοντάδες.
  2. (a thousand, thousands (of), συνήθως ανεπίσημο) η χιλιάδα, ένας μεγάλος αριθμός
    thousands of students/of times - χιλιάδες φοιτητές/φορές