thrill

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

thrill (en)

  1. (μεταβατικό) ενθουσιάζω, συγκινώ ευχάριστα και ξαφνικά, ηλεκτρίζω, δονώ
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι να τρέμει ή να ριγά
  3. (αμετάβατο) ενθουσιάζομαι, συγκινούμαι, δονούμαι
  4. (αμετάβατο) τρέμω ή ριγώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

thrill (en)

  1. ρίγος ή τρέμουλο που προκαλείται από συγκίνηση, έξαψη, ενθουσιασμό
  2. η αιτία ενός τέτοιου ρίγους
  3. (ιατρική) τρεμούλιασμα της καρδιάς