tier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Tier

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
tier tiers

tier (en)



Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tier (af)