Μετάβαση στο περιεχόμενο

tio

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]
πτώση ενικός
ονομαστική tio
αιτιατική tion

tio (eo)



Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

tio < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θεῖος, με τροπή του φθόγγου [θ] σε [t]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tio (tìo)

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tio (pt)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

tio (sv)