tio
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός |
|---|---|
| ονομαστική | tio |
| αιτιατική | tion |
tio (eo)
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]tio < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θεῖος, με τροπή του φθόγγου [θ] σε [t]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tio (tìo)
Πηγές
[επεξεργασία]- tìo Vocabolario σελ.417 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tio (pt)
- ο θείος
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]tio (sv)
Κατηγορίες:
- Γλώσσα εσπεράντο
- Αντωνυμίες (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Σουηδική γλώσσα
- Αριθμητικά (σουηδικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)