toasteur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| toasteur | toasteurs |
toasteur (fr) αρσενικό
- η τοστιέρα
| ενικός | πληθυντικός |
| toasteur | toasteurs |
toasteur (fr) αρσενικό