Μετάβαση στο περιεχόμενο

trait

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trait traits

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɹeɪt/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

trait (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

trait (fr)