Μετάβαση στο περιεχόμενο

tramite

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tramite tramiti

tramite (it)

  1. μεσάζων, ενδιάμεσος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

tramite (es)

  1. μέσα