transgress

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

transgress (en)

  1. παραβιάζω όρια, υπερβαίνω
  2. παραβιάζω νόμο
  3. προσβάλλω, αδικώ κάποιον
  4. πλημμυρίζω (για τη θάλασσα)