transmissible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

transmissible < λατινική transmissum

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
transmissible transmissibles

transmissible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μεταβιβάσιμος
  2. μεταδοτικός
  3. απαλλοτριώσιμος