μεταδοτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεταδοτικός μεταδοτική μεταδοτικό
γενική μεταδοτικού μεταδοτικής μεταδοτικού
αιτιατική μεταδοτικό μεταδοτική μεταδοτικό
κλητική μεταδοτικέ μεταδοτική μεταδοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταδοτικοί μεταδοτικές μεταδοτικά
γενική μεταδοτικών μεταδοτικών μεταδοτικών
αιτιατική μεταδοτικούς μεταδοτικές μεταδοτικά
κλητική μεταδοτικοί μεταδοτικές μεταδοτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταδοτικός < μεταδίδω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.ðɔ.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɛ.ta.ðɔ.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɛ.ta.ðɔ.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεταδοτικός

  1. (ασθένεια) που μπορεί να μεταδοθεί από άτομο που νοσεί σε ένα άλλο υγιές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κολλητικός
  2. που εύκολα μεταδίδεται
  3. (πρόσωπο) που μεταδίδει εύκολα και κατανοητά τις γνώσεις του στους άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]