κολλητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κολλητικός κολλητική κολλητικό
γενική κολλητικού κολλητικής κολλητικού
αιτιατική κολλητικό κολλητική κολλητικό
κλητική κολλητικέ κολλητική κολλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολλητικοί κολλητικές κολλητικά
γενική κολλητικών κολλητικών κολλητικών
αιτιατική κολλητικούς κολλητικές κολλητικά
κλητική κολλητικοί κολλητικές κολλητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολλητικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κολλητικός

  1. που χρησιμεύει στην κόλληση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]