Μετάβαση στο περιεχόμενο

transverse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

transverse (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

transverse (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
transverse transverses

transverse (fr) θηλυκό