Μετάβαση στο περιεχόμενο

treasure

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
treasure treasures

treasure (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

treasure (en)