Μετάβαση στο περιεχόμενο

trivial

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός trivial
συγκριτικός more trivial
υπερθετικός most trivial

Επίθετο

[επεξεργασία]

trivial (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό trivial triviaux
θηλυκό triviale triviales

Επίθετο

[επεξεργασία]

trivial (fr)

  1. κοινότοπος

Συγγενικά

[επεξεργασία]