tugboat
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tugboat | tugboats |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tugboat (en)
- (ναυτικός όρος) το ρυμουλκό
| ενικός | πληθυντικός |
| tugboat | tugboats |
tugboat (en)