unika

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

unika < unik + -a

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική unika unikaj
αιτιατική unikan unikajn

unika (eo)

estas unika ŝanco..., υπάρχει μοναδική ευκαιρία...