urinate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | urinate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | urinates |
| αόριστος | urinated |
| παθητική μετοχή | urinated |
| ενεργητική μετοχή | urinating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]urinate (en)
- ουρώ
Are you urinating normally?
- Ουρείς κανονικά;