Μετάβαση στο περιεχόμενο

urinate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας urinate
γ΄ ενικό ενεστώτα urinates
αόριστος urinated
παθητική μετοχή urinated
ενεργητική μετοχή urinating

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
urinate < urine + -ate

urinate (en)

  • ουρώ
    παράδειγμα  Are you urinating normally?
    Ουρείς κανονικά;

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]