Μετάβαση στο περιεχόμενο

vegetable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vegetable vegetables

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vegetable (en)

  1. το λαχανικό
  2. (μεταφορικά) φυτό (άνθρωπος σε κατάσταση φυτού, λόγω εγκεφαλικής βλάβης)