vibrancy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η ζωηράδα, η ζωηρότητα, η ζωή και η ενέργεια κάποιου ή κάτι
She had already lost the vibrancy of her youth.
- Είχε πια χάσει τη ζωηράδα της νιότης της.
The vibrancy of the colors of a painting.
- H ζωηρότητα των χρωμάτων μιας ζωγραφικής παράστασης.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη liveliness