Μετάβαση στο περιεχόμενο

voyant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
voyant voyants

voyant (fr) αρσενικό

  1. ο μάντης, ο προφήτης
  2. το φωτάκι
  3. η λυχνία
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό voyant voyants
θηλυκό voyante voyantes

Επίθετο

[επεξεργασία]

voyant (fr)