Μετάβαση στο περιεχόμενο

vrai

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vrai < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βράδυ < αρχαία ελληνική βραδύς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vrai (vrài)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • vràdi ~ vràti ~ vrài Vocabolario σελ.442 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 340 (sera [la sera), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

vrai < λατινική verus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vʁɛ/
ⓘ 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό vrai vrais
θηλυκό vraie vraies

vrai (fr)