Μετάβαση στο περιεχόμενο

was

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

was (en)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του be
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του be



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vas/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: was

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

was (de)

  1. τι
    παράδειγμα Was gibt es heute zum Abendessen?
         Τι θα φάμε σήμερα για δείπνο;
    παράδειγμα Was? Das ist alles?
         Τι; Αυτό είναι όλο;
  2. που (καθομιλουμένη για "das")
    παράδειγμα Da gibt es noch etwas, was wir noch besprechen müssen.
         Υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να συζητήσουμε.
    παράδειγμα Erinnerst du dich an das Hotel, was letztes Jahr abgebrannt ist?
         Θυμάσαι το ξενοδοχείο που κάηκε πέρυσι;
  3. κάτι (καθομιλουμένη για "etwas")
    παράδειγμα Ich könnte dir was abgeben.
         Θα μπορούσα να σου δώσω κάτι.