weird

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

weird (en)

  1. αλλόκοτος, υπερφυσικός, παράξενος, ιδιόρρυθμος
  2. (μεταφορικά) (οικείο) « φοβερός », « φανταστικός », καταπληκτικός
    do you know what's weird? - ξέρεις κάτι φοβερό;