witch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| witch | witches |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- witch < (κληρονομημένο) μέση αγγλική wiggle (μαγεία) < αγγλοσαξονική wicce (wiċċe)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]witch (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αγγλοσαξονικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλοσαξονικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Ομόηχα (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Μειωτικές σημασίες όρων (αγγλικά)