yol

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

yol (tr)

  1. ο δρόμος
    yol uzun - ο δρόμος είναι μακρύς

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]