αθήρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αθήρ < → Η ετυμολογία λείπει.
ἀθερίζω (α στερ. + θέρω), απ'την ίδια ετυμολογική ρίζα κι η λἐξη θέρος (το), που σημαίνει το καλοκαίρι.
[
]
Ουσιαστικό
αθήρ αρσενικό
- το άγανο του σταχυού
- το ίδιο το στάχυ
- το άγανο του σταριού
- ο φλοιός του σταριού