αιγιαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιγιαλός αιγιαλοί
γενική αιγιαλού αιγιαλών
αιτιατική αιγιαλό αιγιαλούς
κλητική αιγιαλέ αιγιαλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιγιαλός < αρχαία ελληνική αἰγιαλός < αἶξ (πληθυντικός: αἶγες = κύματα) + ἅλς (γενική:ἁλός, θάλασσα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιγιαλός αρσενικό

  1. η παραλιακή θαλάσσια ζώνη
  2. ο γιαλός

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Kατά τον νόμο 2971/2001, ο αιγιαλός ορίζεται ως "η ζώνη ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Παραλία σε αντίθεση, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, είναι η ζώνη ξηράς έως 50 μέτρα στο εσωτερικό του αιγιαλού "από την oριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα".

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]