αιώρημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιώρημα αιωρήματα
γενική αιωρήματος αιωρημάτων
αιτιατική αιώρημα αιωρήματα
κλητική αιώρημα αιωρήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιώρημα < αιωρούμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιώρημα ουδέτερο

  1. (φυσική), (χημεία): ανομοιογενές μίγμα στερεών σωματιδίων εντός υγρού (ή αερίου) που σε κατάσταση μακράς ακινησίας σε υγρά παρουσιάζει ίζημα.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]