αμμοδόχος
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αμμοδόχος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αμμοδόχος θηλυκό
- → δείτε τη λέξη: αμμοδοχείο