αμπαζούρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αμπαζούρ < γαλλική abat-jour
[
]
Ουσιαστικό
αμπαζούρ ουδέτερο άκλιτο
- απλή κατασκευή από αδιαφανές γυαλί, πορσελάνη, πλαστικό, μέταλλο, χαρτί ή άλλο υλικό, που προσαρμόζεται σε φορητή συνήθως επιτραπέζια λάμπα, ώστε να συγκεντρώνει το φως σε μια κατεύθυνση, συνήθως προς τα κάτω. Καταχρησττικά και λανθασμένα η λέξη χρησιμοποιείται δηλώνοντας τη φορητή λάμπα, το πορτατίφ
[
]
Μεταφράσεις
αμπαζούρ