αντίφαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αντίφαση < αντι-φημί (Λέγω τα αντίθετα)
Ουσιαστικό [
]
αντίφαση θηλυκό
- η ύπαρξη έγκυρων συνεπαγωγών που ξεκινούν από μία θέση (ή θέσεις) και καταλήγουν σε μία πρόταση που είναι ψευδής ή ισοδύναμα, σε μια πρόταση και την άρνησή της, κάτι που αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να είναι αληθής.
[
]
Μεταφράσεις [
]
αντίφαση