γαστρεντερολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | γαστρεντερολογία | γαστρεντερολογίες | |
| γενική | γαστρεντερολογίας | γαστρεντερολογιών | |
| αιτιατική | γαστρεντερολογία | γαστρεντερολογίες | |
| κλητική | γαστρεντερολογία | γαστρεντερολογίες | |
| Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος | |||
[
]
Ετυμολογία
- γαστρεντερολογία < γαλλική gastroentérologie
[
]
Ουσιαστικό
γαστρεντερολογία θηλυκό
- ειδικότητα της ιατρικής που έχει ως αντικείμενο τις παθήσεις της κοιλιάς και των εντέρων, γενικότερα του πεπτικού συστήματος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
γαστρεντερολογία