γηρασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γηρασμός
γενική γηρασμού
αιτιατική γηρασμό
κλητική γηρασμέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γηρασμός < γηράσκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γηρασμός αρσενικό

  • η διαδικασία της γήρανσης έμβιου πλάσματος ή κάποιου οργάνου ή χαρακτηριστικού του


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]