γυροσκόπιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γυροσκόπιο | γυροσκόπια |
| γενική | γυροσκοπίου | γυροσκοπίων |
| αιτιατική | γυροσκόπιο | γυροσκόπια |
| κλητική | γυροσκόπιο | γυροσκόπια |
Ετυμολογία [
]
- γυροσκόπιο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
γυροσκόπιο ουδέτερο