διενέργεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διενέργεια διενέργειες
γενική διενέργειας διενεργειών
αιτιατική διενέργεια διενέργειες
κλητική διενέργεια διενέργειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διενέργεια < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διενέργεια θηλυκό

  • η εκτέλεση, η ενέργεια, η διεξαγωγή
    η διενέργεια εκλογών είναι απαραίτητη για την επαναδιατύπωση της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]