εισφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισφορά εισφορές
γενική εισφοράς εισφορών
αιτιατική εισφορά εισφορές
κλητική εισφορά εισφορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισφορά < αρχαία ελληνική εἰσφορά < εἰσφέρω < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εισφορά θηλυκό

  1. οτιδήποτε εισφέρει ή δίνει κάποιος
  2. χρηματικό ποσό που οφείλεται για κάποιο λόγο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]