εισφορά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εισφορά | εισφορές |
| γενική | εισφοράς | εισφορών |
| αιτιατική | εισφορά | εισφορές |
| κλητική | εισφορά | εισφορές |
[
]
Ετυμολογία
- εισφορά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εισφορά θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
εισφορά