εκδοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκδοχή εκδοχές
γενική εκδοχής εκδοχών
αιτιατική εκδοχή εκδοχές
κλητική εκδοχή εκδοχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδοχή < ελληνιστική κοινή ἐκδοχή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛk.ðɔ.ˈçi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκδοχή θηλυκό

  1. ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του
    Ακούσαμε τι κατέθεσαν οι μάρτυρες της κατηγορίας. Ας ακούσουμε τώρα και την εκδοχή του κατηγορουμένου.
  2. άποψη ή αντίληψη που έχει κάποιος για ένα γεγονός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]