εμμηναγωγό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμμηναγωγό εμμηναγωγά
γενική εμμηναγωγού εμμηναγωγών
αιτιατική εμμηναγωγό εμμηναγωγά
κλητική εμμηναγωγό εμμηναγωγά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

έμμηνος (< ἐν + μήν, μηνός) + αγωγός (< ἄγω = οδηγώ)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

εμμηναγωγό ουδέτερο

η φαρμακευτική ουσία που έχει τη δυνατότητα, χωρίς να έχει προηγηθεί ωορρηξία, να προκαλέσει αιμορραγία, όταν δεν έχει έμφανιστεί κανονική έμμηνη ρύση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

εμμηναγωγό


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη