επήρεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επήρεια | επήρειες |
| γενική | επήρειας | επηρειών |
| αιτιατική | επήρεια | επήρειες |
| κλητική | επήρεια | επήρειες |
[
]
Ετυμολογία
- επήρεια < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
επήρεια θηλυκό