επισύναψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
επισύναψη < επισυνάπτω
[
]
Ουσιαστικό
επισύναψη θηλυκό
- (πληροφορική) η ενέργεια της αποστολής ενός αρχείου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
[
]
Συνώνυμα
- συνημμένο (2)